Γράφει ο Γιώργος Φάκος
Το ατύχημα στο εργοστάσιο μπισκότων δεν είναι απλώς μια είδηση που πρέπει να ξεχαστεί αύριο. Είναι η φωνή που μας υπενθυμίζει πόσο εύκολα η ανθρώπινη ζωή υποβαθμίζεται σε αριθμό και στατιστική.
Όταν οι μηχανές της παραγωγής γίνονται πιο σημαντικές από τους ανθρώπους που τις χειρίζονται, όταν τα πρωτόκολλα ασφάλειας παρακάμπτονται για λίγα λεπτά εξοικονόμησης χρόνου, η τραγωδία δεν αργεί να έρθει.
Αυτό που συνέβη στο εργοστάσιο είναι η ζωντανή απόδειξη ότι η πολιτική αδιαφορία και η εργοδοτική απληστία δημιουργούν καθημερινά θανάσιμους κινδύνους. Η θλίψη δεν αρκεί. Τα δάκρυα δεν επαρκούν για να καλύψουν την έλλειψη επαρκών μέτρων ασφαλείας, την αναστολή ελέγχων και την απαξίωση των εργατικών δικαιωμάτων.
Κάθε ατύχημα είναι αποτέλεσμα επιλογών. Κάθε τραυματισμός ή απώλεια ζωής φέρει πάνω του τα σημάδια όσων επέλεξαν το κέρδος αντί για την προστασία. Λέγεται πως υπήρξαν προειδοποιητικές φωνές που είχαν μιλήσει για προβλήματα στις μηχανές, για κουρασμένους συναδέλφους, για ελείψεις σε εξοπλισμό προστασίας. Κι όμως, οι προειδοποιήσεις τους αγνοήθηκαν. Ισως κάθε παράπονο θεωρήθηκε «μικρή λεπτομέρεια» ή «υπερβολή».
Η γραφειοκρατία και η βιασύνη θριάμβευσαν πάνω στην κοινή λογική και την ανθρώπινη ζωή. Όταν το μοιραίο έγινε πραγματικότητα, η αρχική αντίδραση ήταν τυπική: ανακοινώσεις, λόγια συμπαράστασης, υποσχέσεις για έρευνα. Αλλά η αλήθεια είναι ότι η ερευνητική διαδικασία δεν πρέπει να είναι αυτοσκοπός. Πρέπει να φέρει αποτελέσματα, να επιβάλει ποινές και αλλαγές, να αποτρέψει νέα ατυχήματα. Χωρίς αυτό, η υπόθεση γίνεται μια ακόμη σελίδα που κλείνει γρήγορα, αφήνοντας πίσω της ανθρώπινες ζωές που σημαδεύονται για πάντα.
Η ευθύνη της εργοδοσίας γενικά, με αφορμή το συγκλονιστικό ατύχημα στο εργοστάσιο, είναι ξεκάθαρη. Κάθε μέρα που δεν εφαρμόζονται αυστηρά μέτρα ασφαλείας, κάθε ώρα που παραβλέπεται η προστασία των εργαζομένων, η ζωή τους τίθεται σε κίνδυνο. Δεν είναι «κακή στιγμή», δεν είναι «απρόβλεπτο γεγονός».
Είναι αποτέλεσμα λογιστικών και οργανωτικών επιλογών. Το κόστος των μέτρων ασφαλείας θεωρήθηκε υψηλότερο από την αξία της ζωής ενός ανθρώπου. Αλλά η ευθύνη δεν είναι μόνο εργοδοτική. Είναι και πολιτική. Οι αρχές, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί, η νομοθεσία για την εργασία και την ασφάλεια, έχουν υποχρέωση να προστατεύουν τους εργαζόμενους. Κι όμως, η εμπειρία δείχνει ότι συχνά η εποπτεία είναι αδύναμη, οι έλεγχοι λειψοί, οι κυρώσεις για παραβιάσεις σχεδόν ανύπαρκτες. Το αποτέλεσμα είναι μια κουλτούρα ατιμωρησίας, όπου το ανθρώπινο κόστος δεν έχει βάρος στα χαρτιά, αλλά έχει κόστος στις καρδιές και τις ζωές των οικογενειών.
Πίσω από τα ψυχρά νούμερα της στατιστικής, υπάρχει η καθημερινή ζωή που σπάει: οικογένειες που μένουν χωρίς πατέρα, μητέρα ή συνάδελφο· παιδιά που μεγαλώνουν με κενά, χωρίς εξηγήσεις για την απουσία· κοινότητες που βλέπουν τους γείτονες και φίλους τους να γίνονται θύματα ενός συστήματος που δεν τους υπολογίζει. Κι αυτά δεν διορθώνονται με λόγια συλλυπητηρίων. Χρειάζονται αποφασιστικά μέτρα, αναθεώρηση διαδικασιών, αυστηρή εποπτεία και κυρώσεις για όσους αδιαφορούν.
Η κοινωνία οφείλει να αναρωτηθεί: πόσες ζωές ακόμη θα θυσιαστούν στο βωμό του κέρδους και της αδιαφορίας; Πόσοι ακόμη θα τραυματιστούν σωματικά και ψυχικά για να γεμίσουν ράφια και ταμεία; Κι όταν τελικά φτάσουμε στον επόμενο τραγικό απολογισμό, θα πούμε απλώς «δυστύχημα» και θα συνεχίσουμε σαν να μην συνέβη τίποτα;
Να ευχηθούμε να μη ξαναγίνει τέτοιο περιστατικό; Μα, θα ξαναγίνει όσο το κέρδος μπαίνει πάνω από την ανθρώπινη ζωή.



